ἐργατικός

ἐργᾰτ-ικός, ή, όν,
A = ἐργαστικός, opp. ἐργατῶν ἄρχων, Pl.Plt.259e ; like a workman,

γυνὴ ἐ. Luc.Somn.6

; hard-working, Pl.Men.81e (with v.l.) ;

δοῦλοι Plu.Cat.Ma.4

;

ἐ. καὶ γεωργικός D.H.Rh.11.6

; ἐ. κτήνη, ὄνος, PFay.111.6(i A.D.), PSI 1.38.5 (ii A.D.);

τὸ ἐ. Hp.

Aër.24 :
[comp] Comp. -ώτερος, [comp] Sup. -ώτατος, of bees, Arist.HA624b29, 622b19 ; ποταμὸς ἐ., of the Nile, Hdt.2.11. Adv. -κῶς, πρός τι advantageously for.., Plu.Cam.16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργατικός — like a workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργατικός — ή, ό (AM ἐργατικός, ή, όν) [εργάτης] αυτός που εργάζεται φιλότιμα και αποδοτικά, φιλόπονος νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους εργάτες ή στην εργασία (α. «εργατικά σωματεία» β. «εργατική νομοθεσία») 2. το αρσ. ως ουσ. ο εργατικός… …   Dictionary of Greek

  • εργατικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στον εργάτη ή τους εργάτες: Εργατικό ημερομίσθιο, εργατικές κατοικίες. 2. αυτός που αποτελείται ή γίνεται από εργάτες: Εργατική τάξη. 3. αυτός που αγαπά τη δουλειά του, ο άξιος, ο φιλόπονος, ο δουλευτής: Όλοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργατικός — [эргатикос] εκ. трудолюбивый, работящий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐργατικά — ἐργατικός like a workman neut nom/voc/acc pl ἐργατικά̱ , ἐργατικός like a workman fem nom/voc/acc dual ἐργατικά̱ , ἐργατικός like a workman fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατικῶν — ἐργατικός like a workman fem gen pl ἐργατικός like a workman masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατικόν — ἐργατικός like a workman masc acc sg ἐργατικός like a workman neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατικώτατον — ἐργατικός like a workman masc acc superl sg ἐργατικός like a workman neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλευτάρης, -α, -ικο — εργατικός, φιλόπονος: Πήρε άντρα δουλευτάρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐργατικαί — ἐργατικός like a workman fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατικοῖς — ἐργατικός like a workman masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.